Μετάφραση του "locked" σε Ελληνικά

Το κλειδωμένος είναι η μετάφραση του "locked" σε Ελληνικά.

locked adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of lock. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλειδωμένος

    The condition of a field, record, recordset, or database that makes it read-only to all users except the user currently modifying it.

    I've been living in this house under lock and key for months now.

    Ζω κλειδωμένος σε αυτό το σπίτι εδώ και μήνες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " locked " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "locked" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μονίμως κλειδωμένος
  • απασχολώ · κλείδωμα · κλειδί παλαιστή · κλειδαριά · κλειδωνιά · κλειδώνω · λαβή παλαιστή · λουκέτο · μπούκλα · παγιδεύω · πύλη ελέγχου ροής · πύλη καναλιού · σφιχταγκαλιάζω · σύρτης · τούφα · υδατοφράκτης · υδροφράκτης
  • κλείδωμα συσκευής
  • Ενισχυτής"κλειδώματος"
  • λοκ άουτ
  • ασφαλιστικό περικόχλιο
  • Σύστημα αντιμπλοκαρίσματος φρένων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "locked" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη