Μετάφραση του "locker" σε Ελληνικά

Οι ντουλάπι, ιματιοθήκη, ερμάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "locker" σε Ελληνικά.

locker noun γραμματική

A type of storage compartment with a lock usually used to store clothing, equipment, or books. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ντουλάπι

    noun neuter

    The clothes she was wearing were found in her locker.

    Τα ρούχα που φορούσε βρέθηκαν στο ντουλάπι της.

  • ιματιοθήκη

    noun feminine

    I heard it was in the locker room.

    Άκουσα πως είναι στην ιματιοθήκη.

  • ερμάρι

    neuter

    The diamonds are in a locker at the bus depot downtown.

    Τα διαμάντια είναι σε ερμάρι στο αμαξοστάσιο των λεωφορείων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Σκευοθηκη, ιματιοθηκη, ερμαριο, ντουλαπι, θυριδα
    • αποθήκη
    • αποθήκη πλοίου
    • ερμάριο
    • θυρίδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " locker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "locker"

Φράσεις παρόμοιες με "locker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ιματιοθήκη
  • οπλοβαστός · οπλοθήκη · οπλοφυλάκιο
  • δεν έχω ούτε δραχμή στην τσέπη · δεν έχω πεντάρα στην τσέπη
  • αποδυτήρια · αποδυτήριο
  • Διαχείριση ψηφιακών προμηθειών
  • βυθός θάλασσας · βυθός ωκεανού · πυθμένας θάλασσας · πυθμένας ωκεανού
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "locker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη