Μετάφραση του "locking" σε Ελληνικά
Το κλείδωμα είναι η μετάφραση του "locking" σε Ελληνικά.
locking
noun
verb
γραμματική
Present participle of lock . [..]
-
κλείδωμα
I've got sensor locks on all primary targets.
Έχω κλείδωμα αισθητήρα για όλους τους πρωτογενείς στόχους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " locking " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "locking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μονίμως κλειδωμένος
-
απασχολώ · κλείδωμα · κλειδί παλαιστή · κλειδαριά · κλειδωνιά · κλειδώνω · λαβή παλαιστή · λουκέτο · μπούκλα · παγιδεύω · πύλη ελέγχου ροής · πύλη καναλιού · σφιχταγκαλιάζω · σύρτης · τούφα · υδατοφράκτης · υδροφράκτης
-
κλείδωμα συσκευής
-
Ενισχυτής"κλειδώματος"
-
λοκ άουτ
-
ασφαλιστικό περικόχλιο
-
Σύστημα αντιμπλοκαρίσματος φρένων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη