Μετάφραση του "long-lost" σε Ελληνικά

Οι αγνοούμενος, απολωλώς, παλιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "long-lost" σε Ελληνικά.

long-lost adjective γραμματική

Having been missing or unknown for a protracted period of time. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγνοούμενος

    noun particle

    That's Silvia's long lost husband, Jack.

    Αυτός είναι ο αγνοούμενος σύζυγος της Σύλβια, ο Τζακ.

  • απολωλώς

  • παλιός

    adjective

    That man who treated you to a bowl of noodles - he's your long, lost brother.

    Ο τύπος που σε κέρασε το μπολ με τα μακαρόνια... είναι ο παλιός, χαμένος σου αδελφός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • που έχει χαθεί προ πολλού
    • χαμένος
    • χαμένος επί αιώνες
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " long-lost " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "long-lost" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη