Μετάφραση του "long-winded" σε Ελληνικά

Οι απεραντολόγος, ατέλειωτος, μακροσκελής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "long-winded" σε Ελληνικά.

long-winded adjective γραμματική

Tediously long in speaking; consuming much time; unnecessarily verbose. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απεραντολόγος

    Adjective masculine

    tediously long in speaking; consuming much time; unnecessarily verbose

  • ατέλειωτος

    Adjective

    2. continued to a tedious length in speech or writing: another of his long-winded election speeches. [dictionary.com]

  • μακροσκελής

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλατειαστικός
    • σχοινοτενής
    • φλύαρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " long-winded " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "long-winded" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη