Μετάφραση του "longbow" σε Ελληνικά

Το τόξο είναι η μετάφραση του "longbow" σε Ελληνικά.

longbow noun γραμματική

A large bow that has a strong tension, and is usually more than 3 feet tall. The most famous longbows in history were the English longbows, which were crafted of yew. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τόξο

    noun neuter

    large bow

    Although at peace for 500 years, the longbow remains the national weapon.

    Το τόξο παραμένει 500 χρόνια το εθνικό όπλο του Φενουίκιου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " longbow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "longbow"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "longbow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη