Μετάφραση του "longevity" σε Ελληνικά

Οι μακροζωία, μακροβιότητα, μακροημέρευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "longevity" σε Ελληνικά.

longevity noun γραμματική

The quality of being long-lasting, especially of life [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακροζωία

    noun feminine

    The quality of being long-lasting, especially of life [..]

    He has the winning formula for life, longevity, and the perfect balance of chakras.

    Έχει την πετυχημένη συνταγή για ζωή, μακροζωία και την τέλεια ισορροπία των τσάκρα.

  • μακροβιότητα

    noun feminine

    The quality of being long-lasting, especially of life

    The trend towards longevity in the population is increasing in nearly all developed countries.

    Η τάση μακροβιότητας του πληθυσμού αυξάνεται σε όλες σχεδόν τις αναπτυσσόμενες χώρες.

  • μακροημέρευση

    noun feminine

    The quality of being long-lasting, especially of life

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μακροβιότης
    • μεγάλη διάρκεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " longevity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "longevity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "longevity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη