Μετάφραση του "longest" σε Ελληνικά
Το μεγαλύτερος είναι η μετάφραση του "longest" σε Ελληνικά.
longest
adjective
verb
adverb
Superlative form of long. [..]
-
μεγαλύτερος
adjectiveThis is pretty much the longest beatin' I've ever been privy to.
Αυτός είναι ο μεγαλύτερος ξυλοδαρμός, που έχω βιώσει ποτέ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " longest " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "longest" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος · πίσω έχει η αχλάδα την ουρά
-
Μεγαλύτερη καθυστέρηση στην ουρά
-
Μεγαλύτερη καθυστέρηση στην ουρά
-
Μεγαλύτερης αναμονής-πρώτος
-
μέχρι τέλος · το αργότερο
-
Μεγαλύτερης αναμονής-πρώτος
-
με τη μακρότερη θητεία · με το μεγαλύτερο χρόνο προϋπηρεσίας · μεγαλύτερος κατ' αρχαιότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη