Μετάφραση του "longest" σε Ελληνικά

Το μεγαλύτερος είναι η μετάφραση του "longest" σε Ελληνικά.

longest adjective verb adverb

Superlative form of long. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγαλύτερος

    adjective

    This is pretty much the longest beatin' I've ever been privy to.

    Αυτός είναι ο μεγαλύτερος ξυλοδαρμός, που έχω βιώσει ποτέ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " longest " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "longest" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "longest" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη