Μετάφραση του "longstanding" σε Ελληνικά
Οι μακροχρόνιος, πάγιος, πολυετής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "longstanding" σε Ελληνικά.
longstanding
adjective
γραμματική
Having persisted for an extended period of time. [..]
-
μακροχρόνιος
None of the workers dismissed have longstanding health problems or disablilities.
Κανένας από τους απολυθέντες εργαζομένους δεν έχει μακροχρόνια προβλήματα υγείας ή αναπηρίες.
-
πάγιος
Therefore, in the present context, there is no reason to deviate from the longstanding pertinent case-law cited above.
Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς, δεν συντρέχουν λόγοι προκειμένου να αποστεί το Δικαστήριο από την προπαρατεθείσα πάγια νομολογία του.
-
πολυετής
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μακραίωνος
- πολύχρονος
- εκκρεμής
- επί μακρόν
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " longstanding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη