Μετάφραση του "longtime" σε Ελληνικά

Οι παλιός, παλαίμαχος, μακροχρόνιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "longtime" σε Ελληνικά.

longtime adjective

Having endured for a long period of time. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παλιός

    adjective masculine

    It is “tranquil and exciting at the same time,” mused one longtime hot-air balloon enthusiast.

    «Σε ηρεμεί και παράλληλα σε συναρπάζει», υποστήριξε ένας παλιός φίλος του αερόστατου θερμού αέρα.

  • παλαίμαχος

    “Use the wisdom that comes with advancing years unselfishly,” is the advice of one longtime congregation elder.

    «Να χρησιμοποιείτε ανιδιοτελώς τη σοφία που συνοδεύει την προχωρημένη ηλικία», συμβουλεύει ένας παλαίμαχος πρεσβύτερος.

  • μακροχρόνιος

    As my longtime friend, I congratulate you on your engagement.

    Σαν μακροχρόνια φίλη μου, θα σε συγχαρώ για τον αρραβώνα σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολυετής
    • επί μακρόν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " longtime " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "longtime" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη