Μετάφραση του "lop" σε Ελληνικά

Οι κλαδεύω, κρεμώ, περικόπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lop" σε Ελληνικά.

lop verb noun γραμματική

(Geordie) A flea. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλαδεύω

    verb
  • κρεμώ

    verb
  • περικόπτω

    verb
  • κρέμομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lop" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη