Μετάφραση του "lopping" σε Ελληνικά
Το κλάδευμα είναι η μετάφραση του "lopping" σε Ελληνικά.
lopping
noun
verb
γραμματική
Present participle of lop. [..]
-
κλάδευμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lopping " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lopping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποκόπτω · κλαδεύω
-
κλαδεύω · κρέμομαι · κρεμώ · περικόπτω
-
Αποτροπή βρόχου
-
κλαδεύω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη