Μετάφραση του "losing" σε Ελληνικά

Οι απώλεια, χαμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "losing" σε Ελληνικά.

losing adjective noun verb γραμματική

That loses or lose, or has or have lost. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απώλεια

    noun

    Well, he got in some trouble over losing his ship, I guess.

    Έχει μπει σε μπελάδες από την απώλεια του πλοίου του, υποθέτω.

  • χαμένος

    adjective

    Each time it is Europe that loses out.

    Κάθε φορά η Ευρώπη είναι ο μεγάλος χαμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " losing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "losing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδυνατίζω · βραδυπορώ · εγκαταλείπω · ηττώμαι · μένω πίσω · ξεφορτώνομαι · χάνω
  • ξεχνιέμαι · χάνω τα ίχνη κάποιου · χάνω την αίσθηση [+Γεν.] · χάνω το λογαριασμό · χάνω τον ειρμό
  • δεν βγαίνει η φωνή μου · κλείνει η φωνή μου · χάνω τη φωνή μου
  • αποδυναμώνομαι · εξατμίζομαι · ξεθυμαίνω · ξεθωριάζω · ξεφουσκώνω · σβήνω · χάνω έδαφος
  • καδμεία νίκη · χαμένη υπόθεση
  • δεν είναι στα καλά του · το έχει χάσει · τρελαίνομαι · χάνω τα λογικά μου
  • δεν περνάει η μπογιά μου
  • χάνω την ψυχραιμία μου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "losing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη