Μετάφραση του "lust" σε Ελληνικά
Οι λαγνεία, επιθυμία, ποθώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lust" σε Ελληνικά.
Strong desire, especially of a sexual nature. [..]
-
λαγνεία
noun femininestrong desire, especially of a sexual nature [..]
That you mows down a guy because you can not control your lust!
Ότι πάτησες έναν άνθρωπο επειδή δεν μπορείς να ελέγξεις τη λαγνεία σου!
-
επιθυμία
noun femininegeneral want or longing
This Preta has an unstoppable lust for treasures.
Αυτο το Preta έχει ασταμάτητη επιθυμία για θυσαυρούς.
-
ποθώ
verbstrongly desire
I lust as well, Azalia.
Κι εγώ ποθώ, Αζάλια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πόθος
- έρωτας
- ασέλγεια
- ακολασία
- λιμπίζομαι
- ηδυπάθεια
- λιγουρεύομαι
- φιληδονία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lust " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Lust, Caution
"Lust" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lust στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "lust" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ασελγής · ηδυπαθής · λάγνος
-
λαγνεία · φιληδονία