Μετάφραση του "lustful" σε Ελληνικά
Οι λάγνος, ασελγής, ηδυπαθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lustful" σε Ελληνικά.
lustful
adjective
γραμματική
full of lust; driven by lust [..]
-
λάγνος
adjective masculinefull of lust
I don't want her to fall into the hands of lustful men.
Δεν θέλω να πέσει σε χέρια λάγνων ανδρών.
-
ασελγής
adjective -
ηδυπαθής
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lustful " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lustful" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έρωτας · ακολασία · ασέλγεια · επιθυμία · ηδυπάθεια · λαγνεία · λιγουρεύομαι · λιμπίζομαι · ποθώ · πόθος · φιληδονία
-
λαγνεία · φιληδονία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη