Μετάφραση του "magnification" σε Ελληνικά

Οι μεγέθυνση, Μεγέθυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "magnification" σε Ελληνικά.

magnification noun γραμματική

The act of magnifying; enlargement; exaggeration. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγέθυνση

    noun

    Recent events would seem to be directed toward a magnification of the basic hostilities between humans and Klingons.

    Tα γεγoνότα πρoφανώς oδηγoύν στη μεγέθυνση των εχθρoπραξιών μεταξύ ανθρώπων και Κλίνγκoν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " magnification " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Magnification
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μεγέθυνση

    Magnification times 100, for starters.

    Μεγέθυνση επί εκατό, για αρχή.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "magnification" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη