Μετάφραση του "maim" σε Ελληνικά

Οι ακρωτηριάζω, κακοποιώ, κατακρεουργώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maim" σε Ελληνικά.

maim verb γραμματική

To wound seriously; to cause permanent loss of function of a limb or part of the body. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακρωτηριάζω

    verb

    maim rather than kill

    ακρωτηριάζω αντί να σκοτώσω

  • κακοποιώ

    Verb
  • κατακρεουργώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " maim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "maim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη