Μετάφραση του "main" σε Ελληνικά

Οι κύριος, κυρίως, κεντρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "main" σε Ελληνικά.

main adjective noun adverb γραμματική

Principal, most important. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κύριος

    adjective masculine

    principal

    See, my main concern would be one of trust.

    Δείτε, το κύριο μέλημά μου θα είναι ένας από τους εμπιστοσύνη.

  • κυρίως

    adjective

    principal

    See, my main concern would be one of trust.

    Δείτε, το κύριο μέλημά μου θα είναι ένας από τους εμπιστοσύνη.

  • κεντρικός

    adjective

    Sure, if you can get me a hydraulic system to bend the main tube.

    Βέβαια, αν μπορέσεις να μου βρεις ένα υδραυλικό σύστημα για να λυγίσω τον κεντρικό σωλήνα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βασικός
    • ουσιώδης
    • αγωγός
    • μάιν
    • ανοικτή θάλασσα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " main " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Main proper

A river in southern Germany, flowing from Bavaria to the Rhine. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μάιν

    masculine

    river in southern Germany

    It shall have its seat in Frankfurt am Main.

    Έχει την έδρα του στη Φρανκφούρτη επί του Μάιν.

  • Κύριος, κεντρικός

Φράσεις παρόμοιες με "main" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "main" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη