Μετάφραση του "mainsail" σε Ελληνικά
Το μαΐστρα είναι η μετάφραση του "mainsail" σε Ελληνικά.
mainsail
noun
γραμματική
(nautical) The largest (or only) sail on a sailing vessel. [..]
-
μαΐστρα
feminineChop it off on the braces and strike the mainsail and foresail.
Λύστε τα σερνάμενα και μαϊνάρετε τη μαΐστρα και το τουρκέτο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mainsail " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "mainsail"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη