Μετάφραση του "mainstream" σε Ελληνικά

Οι επικρατούσα τάση, κοινός, κυρίαρχο ρεύμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mainstream" σε Ελληνικά.

mainstream adjective verb noun γραμματική

Purchased, used or accepted broadly rather than by a tiny fraction of population or market; common, usual or conventional. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικρατούσα τάση

    noun feminine

    used or accepted broadly; common, usual or conventional

    Changes will get targeted and criticized by the mainstream.

    Οι αλλαγές θα γίνουν τροφή για σχόλια, από την επικρατούσα τάση.

  • κοινός

    adj.

    So you've given her some club cred, but she's still mainstream!

    ΟΚ, τής έκανες μερικές επιτυχίες στα κλαμπς, αλλά παρ'όλα αυτά είναι κοινή

  • κυρίαρχο ρεύμα

    neuter

    used or accepted broadly; common, usual or conventional

    That's invaluable if we're gonna make it into the mainstream.

    Αυτό είναι ανεκτίμητο αν είναι να πετύχουμε στο κυρίαρχο ρεύμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενσωματώνω
    • συμβατικός
    • συνήθης
    • δημοφιλής
    • κυρίως
    • μεγάλος
    • επίκεντρο
    • κυρίαρχη τάση
    • γνωστός
    • μόδα
    • καθημερινότητα
    • κλασικός
    • καθεστώς
    • κοινότοπος
    • νόρμα
    • κλισέ
    • (+επίθ.) σκηνή
    • γενική πορεία
    • γενική τάση
    • επικρατών, -ούσα, -ούν
    • ευρέως αποδεκτός
    • η πλειονότητα τών (+Γεν.)
    • καθημερινός λόγος
    • καθιερωμένος, επικρατών, παραδοσιακός, κανονικός
    • κανονικά σχολεία
    • κυρίαρχος, -η, -ο
    • κύριο ρεύμα, επίκεντρο, προσκήνιο
    • ο κανόνας
    • τα καθιερωμένα
    • το σύνηθες
    • τοποθετώ μαθητές με αναπηρία σε κανονικό σχολείο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mainstream " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mainstream" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γίνομαι δημοφιλής · καθιερώνομαι
  • MME (μέσα μαζικής ενημέρωσης)
  • γίνομαι ο κανόνας · καθιερώνομαι · περνάω στην καθημερινή χρήση
  • πρότυπη προφορά
  • αποτελώ εδραιωμένη πρακτική · γίνομαι αποδεκτός · γίνομαι δημοφιλής · γίνομαι ο κανόνας · διαδίδομαι · καθιερώνομαι · κερδίζω έδαφος · παγιώνομαι
  • (καθημερινή) κοινή χρήση · καθιερωμένη χρήση · κοινή μορφή τής γλώσσας · κοινολεκτούμενη, κοινή ή κοινόλεκτος γλώσσα
  • έξω από τα καθιερωμένα
  • βασική υποστήριξη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mainstream" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη