Μετάφραση του "majority" σε Ελληνικά

Οι πλειοψηφία, πλειονότητα, ενηλικιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "majority" σε Ελληνικά.

majority noun γραμματική

More than half (50%) of some group [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλειοψηφία

    noun feminine

    more than half [..]

    The majority of the Americans are descended from immigrants.

    Η πλειοψηφία των Αμερικάνων κατάγεται από μετανάστες.

  • πλειονότητα

    noun feminine

    more than half

    The vast majority of the rolling stock of public transport companies have reached the limits of their utility.

    Η συντριπτική πλειονότητα του τροχαίου υλικού των δημόσιων επιχειρήσεων μεταφορών έχει φθάσει στα όρια της διάρκειας χρήσης της.

  • ενηλικιότητα

    noun feminine

    legal adulthood

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλειονότης
    • απόλυτη πλειοψηφία
    • η πλειονότητα
    • η πλειοψηφία
    • μεγαλύτερο ποσοστό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " majority " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "majority" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "majority" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη