Μετάφραση του "make" σε Ελληνικά

Οι φτιάχνω, κατασκευάζω, κάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "make" σε Ελληνικά.

make verb noun γραμματική

(intransitive, now mostly colloquial) To behave, to act. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φτιάχνω

    verb

    to create [..]

    I'm not very good at making pizza, but Tom is.

    Δεν είμαι πολύ καλός στο να φτιάχνω πίτσα, αλλά ο Τομ είναι.

  • κατασκευάζω

    verb

    to create [..]

    Sorry, I mean, my factory makes instruments for measuring vibrations.

    Συγγνώμη, εννοώ, το εργοστάσιο μου κατασκευάζει εργαλεία για τη μέτρηση των δονήσεων.

  • κάνω

    verb

    to create

    The average human body contains enough bones to make an entire human skeleton.

    Το μέσο ανθρώπινο σώμα περιέχει αρκετά οστά για να κάνει έναν ολόκληρο ανθρώπινο σκελετό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταφέρνω
    • μάρκα
    • καταλαβαίνω
    • καθιστώ
    • φθάνω
    • κάμνω
    • κατασκευή
    • ουρώ
    • δίνω
    • αναγκάζω
    • παράγω
    • υποχρεώνω
    • συνθέτω
    • πλάθω
    • mistake κάνω
    • γίνομαι
    • κάνω ερωμένη μου
    • πιάνω γκόμενα
    • δημιουργώ
    • αποτελώ
    • βγάζω
    • επιτυγχάνω
    • φτάνω
    • προκαλώ
    • προλαβαίνω
    • κερδίζω
    • αναδεικνύω
    • χτίζω
    • βοηθάω
    • χέζω
    • ανεβαίνω
    • αποπατώ
    • αφοδεύω
    • ενεργούμαι
    • προφταίνω
    • στρώνω
    • διορίζω
    • ανάβω φωτιά
    • αναγορεύω σε
    • ευνοώ την ανάπτυξη [+Γεν.]
    • κάνω ευχάριστο κτ
    • καλύπτω (απόσταση)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " make " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "make"

Φράσεις παρόμοιες με "make" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "make" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη