Μετάφραση του "malfeasance" σε Ελληνικά
Οι παρανομία, πταίσμα, (law) Misconduct or wrongdoing, especially by a public official that causes damage. είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "malfeasance" σε Ελληνικά.
malfeasance
noun
γραμματική
(law) Misconduct or wrongdoing, especially by a public official that causes damage. [..]
-
παρανομία
nounSo I can use his malfeasance to establish leverage.
Έτσι ώστε να χρησιμοποιώ την παρανομία του σαν μοχλό πίεσης.
-
πταίσμα
noun neuter -
(law) Misconduct or wrongdoing, especially by a public official that causes damage.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αδικοπραγία
- ατασθαλία
- αδικοπραξία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " malfeasance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "malfeasance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παράνομος
-
παράνομος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη