Μετάφραση του "maleness" σε Ελληνικά
Το αρρενωπότητα είναι η μετάφραση του "maleness" σε Ελληνικά.
maleness
noun
γραμματική
The condition of being male; masculinity. [..]
-
αρρενωπότητα
nounAnthropologically speaking, a male's status in a society is closely connected with what he perceives to be his outward maleness.
Μιλώντας ανθρωπολογικά, η θέση ενός αρσενικού στην κοινωνία είναι στενά συνδεδεμένη με αυτό που αντιλαμβάνει ως εξωτερική αρρενωπότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " maleness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "maleness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άνδρας · άρρεν · άρρενας · άρρην · ανδρικός · αρσενικό · αρσενικός · ζώο
-
νοσηλευτής · νοσοκόμος
-
Ακραία Ανδρική Εγκεφαλική Θεωρία - Θεωρία του ακραίου αρσενικού εγκεφάλου
-
ανδρικό εσωτερικό αναπαραγωγικό όργανο
-
ανδροκρατικός, φαλλοκρατικός · ανδροκρατούμενος
-
Αρσενικός · Μάλε
-
αρρένων
-
ανδρικός αναπαραγωγικός αδένας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη