Μετάφραση του "mask" σε Ελληνικά

Οι μάσκα, μεταμφίεση, προσωπείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mask" σε Ελληνικά.

mask verb noun γραμματική

A cover, or partial cover, for the face, used for disguise or protection. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάσκα

    noun feminine

    A cover, or partial cover, for the face, used for disguise or protection [..]

    Tom was wearing a mask.

    Ο Τομ φορούσε μια μάσκα.

  • μεταμφίεση

    noun feminine

    festive entertainment [..]

  • προσωπείο

    noun neuter

    cover for the face [..]

    Take from his cell a prisoner who wears an iron mask.

    Πάρε από το κελί του έναν φυλακισμένο που φοράει ένα σιδηρούν προσωπείο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσωπίδα
    • συγκαλύπτω
    • κρύβω
    • αποκρύπτω
    • μασκαρεύομαι
    • μεταμφιέζομαι
    • μεταμφιέζω
    • υποκρύπτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mask " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mask

Mask (film)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μάσκα

    Tom was wearing a mask.

    Ο Τομ φορούσε μια μάσκα.

Εικόνες με "mask"

Φράσεις παρόμοιες με "mask" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mask" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη