Μετάφραση του "masking" σε Ελληνικά

Οι επικάλυψη, απόκρυψη, κάλυψη, συγκάλυψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "masking" σε Ελληνικά.

masking noun verb γραμματική

Third-person singular simple present indicative form of mask. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικάλυψη, απόκρυψη

  • κάλυψη

    noun

    During photometric measurements, stray reflections shall be prevented by appropriate masking.

    Κατά τις φωτομετρικές μετρήσεις, οι παρασιτικές ανακλάσεις πρέπει να παρεμποδίζονται από κατάλληλη κάλυψη.

  • συγκάλυψη

    noun

    These causes must not, however, serve to mask the influence of these insecticides.

    Δεν πρέπει όμως να χρησιμεύουν στη συγκάλυψη της αιτίας των εντομοκτόνων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " masking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "masking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποκρύπτω · κρύβω · μάσκα · μασκαρεύομαι · μεταμφίεση · μεταμφιέζομαι · μεταμφιέζω · προσωπίδα · προσωπείο · συγκαλύπτω · υποκρύπτω
  • προεπιλεγμένη μάσκα υποδικτύου
  • μάσκα συνάφειας
  • μάσκα συγκόλλησης
  • συγκάλυψη αντίθεσης
  • σύμβολο κράτησης θέσης μάσκας
  • Μάσκα
  • μάσκα χάραξης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "masking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη