Μετάφραση του "material" σε Ελληνικά

Οι υλικός, υλικό, ύφασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "material" σε Ελληνικά.

material adjective verb noun γραμματική

Having to do with matter. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υλικός

    adjective masculine

    worldly [..]

    The material world can disappear in an instant.

    Ο υλικός κόσμος μπορεί να εξαφανιστεί σε μια στιγμή...

  • υλικό

    noun neuter

    matter [..]

    The material of the card must be chosen in such a way that this lifetime is ensured.

    Το υλικό της κάρτας πρέπει να επιλέγεται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η εν λόγω διάρκεια ζωής.

  • ύφασμα

    noun neuter

    cloth

    Now feel the material in your own shirt.

    Tώρα πιάσε τo ύφασμα τoυ δικoύ σoυ πoυκαμίσoυ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ουσιώδης
    • καίριος
    • υλικά
    • ύλη
    • σημαντικός
    • πανί
    • εργαλείο
    • απτός
    • σωματικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " material " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Material
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Υλικό

    Material(s) used for luggage racks, heating and ventilation pipes

    Υλικό(ά) που χρησιμοποιούνται τους αγωγούς θέρμανσης και αερισμού

Φράσεις παρόμοιες με "material" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "material" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη