Μετάφραση του "materialise" σε Ελληνικά

Οι υλοποιώ, πραγματοποιώ, γίνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "materialise" σε Ελληνικά.

materialise verb γραμματική

(intransitive, UK) To take physical form, to appear seemingly from nowhere. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υλοποιώ

    verb

    Some of the budgetary benefits, however, seem to materialise with a considerable lag.

    Ωστόσο, ορισμένα από τα αναμενόμενα δημοσιονομικά οφέλη φαίνεται ότι υλοποιούνται με σημαντική χρονική υστέρηση.

  • πραγματοποιώ

    verb

    However, most of these benefits will materialise only after the full infrastructure is complete.

    Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των πλεονεκτημάτων θα πραγματοποιηθούν μόνο μετά την ολοκλήρωση του συνόλου της υποδομής.

  • γίνομαι

    verb

    However, the long-predicted decrease in the time spent watching television in favour of Internet consumption has not materialised.

    Ωστόσο, δεν έγινε πραγματικότητα η από μακρού προβλεπόμενη μείωση του χρόνου τηλεοπτικής παρακολούθησης προς όφελος του Internet.

  • πραγματοποιούμαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " materialise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "materialise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη