Μετάφραση του "materialist" σε Ελληνικά

Οι υλιστής, ματεριαλίστρια, ματεριαλιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "materialist" σε Ελληνικά.

materialist adjective noun γραμματική

Someone who is materialistic. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υλιστής

    noun masculine

    someone who is materialistic

    He was both a spirit of amazing nobility and an irredeemably materialistic man.

    Ήταν πνεύμα αξιοθαύμαστης ευγένειας και ταυτόχρονα αναντίρρητα υλιστής.

  • ματεριαλίστρια

  • ματεριαλιστής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " materialist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "materialist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ματεριαλιστικός · υλιστικός
  • ματεριαλιστικός · υλιστικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "materialist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη