Μετάφραση του "matriarch" σε Ελληνικά
Το μητριαρχία είναι η μετάφραση του "matriarch" σε Ελληνικά.
matriarch
noun
γραμματική
A female founder of a political or religious movement, an organization or an enterprise. [..]
-
μητριαρχία
noun feminineIs there a patriarch or a matriarch?
Υπάρχει πατριαρχία ή μητριαρχία;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " matriarch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "matriarch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μητριαρχικά
-
μητριαρχία
-
μητριαρχικός
-
μητριαρχικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη