Μετάφραση του "mating" σε Ελληνικά
Το ζευγάρωμα είναι η μετάφραση του "mating" σε Ελληνικά.
mating
adjective
noun
verb
γραμματική
Fitting into or onto a corresponding part, as a matched plug and socket. [..]
-
ζευγάρωμα
noun neuterpairing of organisms for copulation
The female eats the male after they mate.
Το θηλυκό τρώει το αρσενικό μετά το ζευγάρωμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναπαράγομαι · αξιωματικός · γυναίκα · ζευγαρώνω · κολλητός · συνάδελφος · συνέταιρος · συνεργάτης · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι · σύζυγος · σύντροφος · ταίρι · υποπλοίαρχος · φίλος · φιλος
-
ύπαρχος
-
αδελφή ψυχή
-
Ταίρι, συνταιριάζω
-
ματ των ανοήτων
-
συν-
-
συνηλικιώτης · συνομήλικος
-
oδηγώ, -ούμαι σε αδιέξοδο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη