Μετάφραση του "meter" σε Ελληνικά
Οι μέτρο, μετρητής, μετρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "meter" σε Ελληνικά.
(always meter) A device that measures things. [..]
-
μέτρο
noun neuterrhythm of poetry [..]
S I unit of acceleration is meters per second squared or...
Iσούται με ένα μέτρο ανά δευτερόλεπτο στο τετράγωνο...
-
μετρητής
noun masculineIf the pipework upstream of the meter incorporates several high points, several gas extractors may be required.
Αν η σωλήνωση τροφοδοσίας του μετρητού περιέχει περισσότερα υψηλά σημεία, είναι πιθανόν να χρειασθούν περισσότεροι απαγωγείς αερίου.
-
μετρώ
verbOkay, from what I can remember, the sickbay's about 20 meters through that hatch.
Απ'όσο θυμάμαι το αναρρωτήριο είναι 20 μετρά μετά απ'αυτή την πόρτα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μέτρηση
- όργανο μέτρησης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " meter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Μετρητής, όργανο μέτρησης, μέτρο
Εικόνες με "meter"
Φράσεις παρόμοιες με "meter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μετρητής σχετικής ιονοσφαιρικής αδιαφάνειας
-
Φωτόμετρο · φωτόμετρο
-
Μέτρα ανά δευτερόλεπτο
-
Προηγμένη υποδομή μέτρησης
-
θερμικός μετρητής ισχύος
-
μετρητής φορτίου
-
μετρητής στάθμης
-
Μετρητής ροής μέσω υπερήχων