Μετάφραση του "method" σε Ελληνικά
Οι μέθοδος, τρόπος, μεθοδικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "method" σε Ελληνικά.
A process by which a task is completed; a way of doing something. [..]
-
μέθοδος
noun feminine(programming) subroutine or function in object-oriented languages [..]
A good method for investing is a monthly allotment.
Μια καλή μέθοδος για την επένδυση είναι η μηνιαία κατανομή.
-
τρόπος
noun masculineThe other permitted fishing methods are fyke nets and nets.
Οι υπόλοιποι επιτρεπόμενοι τρόποι αλίευσης είναι με βολκό και με δίχτυ.
-
μεθοδικότητα
I never realized there were such a method to your madness.
Ποτέ δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι υπήρχε τόση μεθοδικότητα στην τρέλα σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " method " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Μέθοδος
A good method for investing is a monthly allotment.
Μια καλή μέθοδος για την επένδυση είναι η μηνιαία κατανομή.
Φράσεις παρόμοιες με "method" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μέθοδος δοκιμής-σφάλματος · μέθοδος με δοκιμή και πλάνη
-
μέθοδος δοκιμής
-
μέθοδος έγχυσης
-
μέθοδος σειριακής πρόσβασης με ευρετήριο
-
μέθοδος ψηφιοποίησης
-
αντικειμενική μέθοδος
-
μέθοδος εκκίνησης
-
μέθοδος ανταλλαγής κλειδών, Ντίφφι-Χέλλμαν