Μετάφραση του "methodical" σε Ελληνικά
Οι μεθοδικός, μεθοδικό, μεθοδική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "methodical" σε Ελληνικά.
methodical
adjective
γραμματική
In an organized manner; proceeding with regard to method; systematic. [..]
-
μεθοδικός
adjective masculinein an organized manner [..]
You don't methodically search every inch of your house from front to back.
Δεν ψάχνεις μεθοδικά κάθε εκατοστό του σπιτιού σου.
-
μεθοδικό
adjective neuterin an organized manner
But the world is not always a rational, methodical place.
Αλλά ο κόσμος δεν είναι πάντα ένα λογικό, μεθοδικό μέρος.
-
μεθοδική
adjective femininein an organized manner
You don't methodically search every inch of your house from front to back.
Δεν ψάχνεις μεθοδικά κάθε εκατοστό του σπιτιού σου.
-
πειθαρχημένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " methodical " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "methodical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μέθοδος δοκιμής-σφάλματος · μέθοδος με δοκιμή και πλάνη
-
μέθοδος δοκιμής
-
μέθοδος έγχυσης
-
μέθοδος σειριακής πρόσβασης με ευρετήριο
-
μέθοδος ψηφιοποίησης
-
αντικειμενική μέθοδος
-
μέθοδος εκκίνησης
-
μέθοδος ανταλλαγής κλειδών, Ντίφφι-Χέλλμαν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη