Μετάφραση του "mischief" σε Ελληνικά

Οι αταξία, διαβολιά, άτακτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mischief" σε Ελληνικά.

mischief noun γραμματική

Harm or evil caused by an agent or brought about by a particular cause. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αταξία

    noun feminine

    vexatious or annoying conduct [..]

    I'll raise you one criminal mischief and two stolen cars.

    Προσθέτω μια εγκληματική αταξία και δύο κλεμμένα αμάξια.

  • διαβολιά

    noun feminine

    harm or evil caused by an agent or brought about by a particular cause

    I'm not here to cause mischief.

    Δεν ήρθα για να σκαρώσω διαβολιά.

  • άτακτος

    noun masculine

    one who causes mischief

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκανδαλιάρης
    • σκανταλιά
    • κακό
    • σκανδαλιά
    • ζημιά
    • βλάβη
    • αναστάτωση
    • κατεργαριά
    • η δυστυχία
    • το ατύχημα
    • το δυστύχημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mischief " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mischief" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mischief" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη