Μετάφραση του "mischievous" σε Ελληνικά

Οι κακός, άτακτος, σκανταλιάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mischievous" σε Ελληνικά.

mischievous adjective γραμματική

Causing mischief; injurious. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κακός

    adjective masculine

    He tried to break up their organization by persecution, by laws framed with mischievous intent, and by the power of dictatorial and totalitarian governments.

    Προσπάθησε να διαλύση την οργάνωσί τους με διωγμό, με νόμους που εσχεδιάσθησαν με κακή πρόθεσι, και με τη δύναμι δικτατορικών και ολοκληρωτικών κυβερνήσεων.

  • άτακτος

    noun masculine

    And this is Vinod, the youngest and the most mischievous!

    Και αυτός είναι ο Vinod, ο νεότερος και ο πιο άτακτος!

  • σκανταλιάρης

    He was a mischievous grown-up.

    Ήταν ένας σκανταλιάρης ενήλικας.

  • ζαβολιάρης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mischievous " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mischievous" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αταξία · διαβολιά · κατεργαριά · σκανταλιά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mischievous" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη