Μετάφραση του "misconduct" σε Ελληνικά

Οι παράπτωμα, ατασθαλία, δόλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "misconduct" σε Ελληνικά.

misconduct verb noun γραμματική

Bad behavior. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράπτωμα

    noun

    The severity of the disciplinary penalties imposed shall be commensurate with the seriousness of the misconduct.

    H αυστηρότητα της επιβαλλόμενης πειθαρχικής κύρωσης πρέπει να είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα του παραπτώματος.

  • ατασθαλία

    noun feminine

    Not the slightest misconduct will be tolerated!

    Ούτε η παραμικρή ατασθαλία δεν θα γίνει ανεκτή!

  • δόλος

    Yeah, and the waiver can be broken if Liberty proves either gross negligence or willful misconduct.

    Ναι, αλλά μπορεί να σπάσει αν η Λίμπερτι αποδείξει ότι υπήρχε αμέλεια ή δόλος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κακοδιοίκηση
    • παρεκτροπή
    • ανάρμοστη συμπεριφορά
    • ηθική παρεκτροπή
    • κακή διαγωγή
    • κακή συμπεριφορά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " misconduct " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "misconduct" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "misconduct" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη