Μετάφραση του "miscreant" σε Ελληνικά

Οι παλιάνθρωπος, αχρείος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "miscreant" σε Ελληνικά.

miscreant adjective noun γραμματική

Lacking in conscience or moral principles; unscrupulous. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παλιάνθρωπος

    noun masculine

    It was the same miscreant that stole my briefcase.

    Ήταν ο ίδιος παλιάνθρωπος που έκλεψε το χαρτοφύλακα μου.

  • αχρείος

    From a miscreant youth, but I find this one more informative.

    Από αχρείος νεολαία, αλλά θεωρώ ότι αυτό το ένα πιο κατατοπιστική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " miscreant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "miscreant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη