Μετάφραση του "miser" σε Ελληνικά

Οι φιλάργυρος, τσιγκούνης, τσιγκούνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "miser" σε Ελληνικά.

miser noun γραμματική

(pejorative) A person who hoards money rather than spending it; one who is cheap or extremely parsimonious. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φιλάργυρος

    You know, I was known as the greatest miser in the world.

    Ήμουν γνωστός σαν ο μεγαλύτερος φιλάργυρος του κόσμου.

  • τσιγκούνης

    adjective masculine

    I was hoarding our fuel like a miser for all the good it did me.

    Έκρυβα τα καύσιμα μας, σαν τσιγκούνης, και τι κατάλαβα?

  • τσιγκούνα

    feminine

    What a big miser this Vicky Chaddha is.

    Πόσο πολύ τσιγκούνα είναι αυτή η Βίκυ Τσαντά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τσιγγούνης
    • κουτοπόνηρος
    • τσιγγούνης, φιλάργυρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " miser " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "miser"

Φράσεις παρόμοιες με "miser" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άθλια · ελεεινά · παταγωδώς
  • άθλιος · άσχημος · αγέλαστος · αξιοθρήνητος · δυστυχής · δυστυχισμένος · ελεεινός · θλιβερός · κακομοίρης · κακός · οικτρός · πενιχρός · συγκινησιακός · φτωχός
  • είναι να τον κλαίνε (κι) οι ρέγκες
  • άθλιος · άσχημος · αγέλαστος · αξιοθρήνητος · δυστυχής · δυστυχισμένος · ελεεινός · θλιβερός · κακομοίρης · κακός · οικτρός · πενιχρός · συγκινησιακός · φτωχός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "miser" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη