Μετάφραση του "miserable" σε Ελληνικά

Οι άθλιος, αξιοθρήνητος, κακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "miserable" σε Ελληνικά.

miserable adjective noun γραμματική

In a state of misery: very sad, ill, or poor. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άθλιος

    adjective masculine

    in a state of misery [..]

    No less than the miserable cretin deserves, michael.

    Δεν άξιζε και περισσότερα ο άθλιος κρετίνος, Μάικλ.

  • αξιοθρήνητος

    adjective masculine

    very bad (at) [..]

    Why do you have to be so miserable?

    Γιατί να'σαι τόσο αξιοθρήνητος;

  • κακός

    adjective masculine

    very bad (at)

    These last seven days have been the most miserable week of my entire life.

    Η τελευταία εβδομάδα ήταν η χειρότερη της ζωής μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άσχημος
    • ελεεινός
    • φτωχός
    • δυστυχισμένος
    • οικτρός
    • αγέλαστος
    • δυστυχής
    • θλιβερός
    • κακομοίρης
    • συγκινησιακός
    • πενιχρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " miserable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "miserable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κουτοπόνηρος · τσιγγούνης · τσιγγούνης, φιλάργυρος · τσιγκούνα · τσιγκούνης · φιλάργυρος
  • άθλια · ελεεινά · παταγωδώς
  • είναι να τον κλαίνε (κι) οι ρέγκες
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "miserable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη