Μετάφραση του "modifier" σε Ελληνικά

Οι τροποποιητής, προσδιορισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "modifier" σε Ελληνικά.

modifier noun γραμματική

One who, or that which, modifies. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τροποποιητής

    New Oral Therapy: A novel tablet (leukotriene modifier) for the treatment of asthma is currently under regulatory review in Europe.

    Νέα θεραπεία από το στόμα: Αυτή τη στιγμή εξετάζεται από τις αρμόδιες αρχές ένα νέο δισκίο (τροποποιητής λευκοτριενίου) για τη θεραπεία του άσθματος στην Ευρώπη.

  • προσδιορισμός

    noun

    This need not to be done again until the equipment is modified.

    Ο προσδιορισμός αυτός δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνεται μέχρι να τροποποιηθεί ο εξοπλισμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " modifier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "modifier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "modifier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη