Μετάφραση του "monarchist" σε Ελληνικά
Οι μοναρχικός, βασιλόφρων, μοναρχιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monarchist" σε Ελληνικά.
An advocate of, or believer in, monarchy. [..]
-
μοναρχικός
noun masculinean advocate of, or believer in, monarchy
On the other hand, monarchists, loyal to the crown, also known as Chetniks, they decided to act.
Από την άλλη πλευρά, οι πιστοί στο στέμμα μοναρχικοί, γνωστοί ως Τσέτνικς, αποφάσισαν να αντιδράσουν.
-
βασιλόφρων
masculinean advocate of, or believer in, monarchy
I'm a monarchist and that's why I would like the letter retrieved and why I do not wish to know its contents.
Είμαι βασιλόφρων. Θα ήθελα να ανακτηθεί το γράμμα χωρίς να λάβω γνώση του περιεχομένου του.
-
μοναρχιστής
an advocate of, or believer in, monarchy
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φιλοβασιλικός
- φιλομοναρχικός
- φιλομοναρχιστής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " monarchist " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "monarchist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βασιλικό κόμμα