Μετάφραση του "moneymaking" σε Ελληνικά

Οι επικερδής, κερδοφόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moneymaking" σε Ελληνικά.

moneymaking adjective noun γραμματική

Profitable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικερδής

    adjective masculine
  • κερδοφόρος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moneymaking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moneymaking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη