Μετάφραση του "monger" σε Ελληνικά

Οι έμπορος, πωλητής, κάπηλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monger" σε Ελληνικά.

monger verb noun γραμματική

(UK) A dealer in a specific commodity, normally used in combination [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έμπορος

    noun

    The flesh monger looks to me with rheumy eyes, brimming with expectation.

    Ο έμπορος σάρκας με κοιτάει με δακρυσμένα μάτια, που ξεχειλίζουν από προσδοκία.

  • πωλητής

    noun masculine
  • κάπηλος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "monger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη