Μετάφραση του "moronic" σε Ελληνικά

Οι ηλίθιος, βλακώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moronic" σε Ελληνικά.

moronic adjective γραμματική

(medicine) having a mental age of between seven and twelve years [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλίθιος

    noun masculine
  • βλακώδης

    She makes me read these moronic acting scenes with her, and I do it.

    Με βάζει να της διαβάζω αυτές τις βλακώδεις σκηνές, και το κάνω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moronic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "moronic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άσχετος · βλάκας · βλαμμένος · διανοητικά καθυστερημένος · ηλίθιος · καθυστερημένος · κουτός · κρετίνος · μωρός · χαζός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moronic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη