Μετάφραση του "morph" σε Ελληνικά

Το μεταμορφώνομαι είναι η μετάφραση του "morph" σε Ελληνικά.

morph verb noun γραμματική

(linguistics) a morph is a physical form representing some morpheme in language. It is a recurrent distinctive sound or sequence sounds. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεταμορφώνομαι

    verb

    Something's keeping me from using my powers to morph.

    Κάτι εμποδίζει τις δυνάμεις μου και δε μεταμορφώνομαι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " morph " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "morph"

Φράσεις παρόμοιες με "morph" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μεταμορφώνομαι σε · μετατρέπομαι σε · μετεξελίσσομαι σε
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "morph" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη