Μετάφραση του "mounting" σε Ελληνικά

Οι τοποθέτηση, βάση, αυξανόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mounting" σε Ελληνικά.

mounting adjective noun verb γραμματική

describes something that continues to mount; steadily accumulating. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοποθέτηση

    noun

    Mechanical resonances associated with transducer mounting should not distort readout data.

    Οι μηχανικοί συντονισμοί που οφείλονται στην τοποθέτηση του συλλέκτη δεν πρέπει να επιφέρουν πρόσθετες παραμορφώσεις.

  • βάση

    noun feminine

    The pendulum shall not impact the mirror mounting.

    Το εκκρεμές δεν πρέπει να πλήττει τη βάση στερεώσεως του κατόπτρου οδηγήσεως.

  • αυξανόμενος

    On the other hand, the increased pace of globalisation has exposed the EU economy to mounting competition from abroad.

    Αφετέρου, ο αυξανόμενος ρυθμός της παγκοσμιοποίησης έχει εκθέσει την οικονομία της ΕΕ σε αυξανόμενο ανταγωνισμό από το εξωτερικό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αύξηση
    • εντεινόμενος
    • ανάβαση
    • (δι)ογκούμενος
    • στήριξη, τοποθέτηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mounting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mounting"

Φράσεις παρόμοιες με "mounting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mounting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη