Μετάφραση του "mounted" σε Ελληνικά
Οι έφιππος, καβάλα, συναρμολογημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mounted" σε Ελληνικά.
mounted
adjective
verb
Simple past tense and past participle of mount. [..]
-
έφιππος
-
καβάλα
-
συναρμολογημένος
The mounted crane shall be placed on a flat reflecting surface of concrete or non-porous asphalt.
Ο συναρμολογημένος γερανός τοποθετείται επάνω σε επίπεδη ανακλαστική επιφάνεια σκυροδέματος ή μη πορώδους ασφάλτου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mounted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mounted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μονταρισμένο σύστημα αρχείων
-
Ελικών
-
Όρος Αραράτ · Αραράτ
-
Λυκαβηττός
-
Εξάρτημα επιφανειακής στήριξης
-
Εξάρτημα επιφανειακής στήριξης
-
Όρος Μοριά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη