Μετάφραση του "multiply" σε Ελληνικά
Οι πολλαπλασιάζω, αυξάνομαι, αναπαράγομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "multiply" σε Ελληνικά.
multiply
verb
noun
adverb
γραμματική
(transitive) To increase the amount, degree or number of (something). [..]
-
πολλαπλασιάζω
verbtransitive: perform multiplication on (a number) [..]
They're multiplying like rabbits.
Πολλαπλασιάζονται σαν τα κουνέλια.
-
αυξάνομαι
verb -
αναπαράγομαι
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναπαράγω
- πολλαπλασιάζομαι
- τεκνοποιώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " multiply " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "multiply" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πολλαπλασιαστικός DAC
-
Πολλαπλασιαστικός DAC
-
Δυαδικός ψηφιακός πολλαπλασιαστής
-
πολλαπλασιαστής τάσης
-
Λυχνία φωτοπολλαπλασιαστή
-
Δυαδικός ψηφιακός πολλαπλασιαστής
-
πολλαπλασιαστής
-
ευημερώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη