Μετάφραση του "multiplicative" σε Ελληνικά

Το πολλαπλασιαστικός είναι η μετάφραση του "multiplicative" σε Ελληνικά.

multiplicative adjective noun γραμματική

of or pertaining to multiplication [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολλαπλασιαστικός

    adjective

    This operation is repeated until the multiplication factor is equal to one.

    Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται έως ότου ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής θα ισούται με τη μονάδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " multiplicative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "multiplicative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "multiplicative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη