Μετάφραση του "multiplicative" σε Ελληνικά
Το πολλαπλασιαστικός είναι η μετάφραση του "multiplicative" σε Ελληνικά.
multiplicative
adjective
noun
γραμματική
of or pertaining to multiplication [..]
-
πολλαπλασιαστικός
adjectiveThis operation is repeated until the multiplication factor is equal to one.
Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται έως ότου ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής θα ισούται με τη μονάδα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " multiplicative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "multiplicative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πολλαπλών εισόδων-μίας εξόδου
-
Πολλαπλή πρόσβαση διαίρεσης συχνότητας
-
πολλαπλού ρυθμού μετάδοσης bit
-
Πολλαπλή πρόσβαση διαίρεσης συχνότητας
-
Πολλαπλή PSK
-
Πολλαπλή πρόσβαση αναπήδησης συχνότητας
-
Πολλαπλών-τόνων / Πολλαπλή FSK
-
Πολλαπλών εισόδων-μίας εξόδου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη